ἀσυρής

ἀσυρής
Grammatical information: adj.
Meaning: `lewd, filthy' (Hdt. 4, 51).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Uncertain. Perhaps α copulativum and *σύρος, verbal noun to σύρω `drag' with the same semantic shift as in σύρμα, συρφετός `refuse, litter'.
Page in Frisk: 1,174

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασυρής — ἀσυρής, ές (Α) ρυπαρός, αισχρός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. ασυρής ανάγεται πιθ. στο ρ. σύρω και παρουσιάζει την ίδια σημασιολογική εξέλιξη όπως τα σύρμα, συρφετός «αυτό που σύρεται, που σαρώνεται, το σκουπίδι». Προήλθε πιθ. από α αθροιστικό… …   Dictionary of Greek

  • ἀσυρής — lewd masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυρῆ — ἀσυρής lewd neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀσυρής lewd masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀσυρής lewd masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυρές — ἀσυρής lewd masc/fem voc sg ἀσυρής lewd neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυροῦς — ἀσυρής lewd masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυρίων — ἀσυρής lewd masc/fem/neut gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσυρῶς — ἀσυρής lewd adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.